Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Επετειακό 1-Και δέκα ζωές αν είχα θα τις έδινα

Αναδημοσιεύω το παρακάτω άρθρο της εφημερίδας τα νέα με ημερομηνία6-3-2010.Μου έκανε εντύπωση γιατί εδώ μαθαίνω -εγώ τουλάχιστον-πως ο Μανώλης Γκλέζος είχε παρέα όταν κατέβαζε τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη.


ΛΑΚΗΣ ΣΑΝΤΑΣ
«Και δέκα ζωές αν είχα, θα τις έδινα»
Ο αγωνιστής της εθνικής αντίστασης αφηγείται στα «ΝΕΑ» πώς κατέβασαν, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη
Του ΜΑΝΩΛΗ ΠΙΜΠΛΗ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 6 Μαρτίου 2010





«Aυτό που ήταν πραγματικά τρομακτικό ήταν τα Στούκας», λέει στα «ΝΕΑ» ο Λάκης Σάντας. «Ήταν καθέτου εφορμήσεως αλλά ο τρόμος συνδυαζόταν με τον ήχο. Εκτός από τον βόμβο του αεροπλάνου είχαν και μια σειρήνα. Την ώρα που το αεροπλάνο έπεφτε κάθετα βάραγε η σειρήνα, έριχνε και τη βόμβα».

O Λάκης Σάντας θυμάται ότι ενώ οι Γερμανοί είχαν ήδη μπει στην Αθήνα, η πολεμική ατμόσφαιρα ήταν διαρκής και παντού κυριαρχούσε ο τρόμος. «Ο κόσμος ήταν πληροφορημένος, βλέπαμε επίκαιρα, ξέραμε ότι οι Γερμανοί ήταν μπαρουτοκαπνισμένοι, είχαν και βαρύ οπλισμό. Το δράμα ήταν ότι αυτό το ψυχοπλακωτικό κλίμα είχε διαδεχθεί μόλις ένα κλίμα μεγάλου ενθουσιασμού. Την ημέρα που ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο δημιουργήθηκε παραλήρημα, χτυπούσαν καμπάνες, φώναζαν όλοι “ζήτω η Ελλάδα” και έτρεχαν, χωρίς να το σκεφτούν ούτε λεπτό, στα έμπεδα να πάρουν όπλα να πολεμήσουν. Ό,τι και να ήθελε η πολιτική ηγεσία, το κλίμα ήταν τέτοιο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Όπως στη Γιουγκοσλαβία που το Στέμμα αποφάσισε συνθηκολόγηση και ο κόσμος αναίρεσε την απόφαση- το Βελιγράδι, βέβαια, βομβαρδίστηκε χωρίς έλεος.

Και την ώρα που ολόκληρη Γαλλία, με πολύ ισχυρό στρατό και με ενίσχυση βρετανικού σώματος, κατέρρευσε μέσα σε ένα μήνα και δέκα μέρες, την ώρα που η Γερμανία μπήκε στη Δανία με παρέλαση, η Ελλάδα αντιστάθηκε σθεναρά και ανάγκασε την Ιταλία σε οπισθοχώρηση. Αυτό είναι το μεγαλείο του ΄40. Όλα τ΄ άλλα, γκρίνιες, προδοσίες που ακολούθησαν, είναι λεπτομέρειες», λέει.

Η απόφαση. Λεπτομέρεια δεν είναι, βέβαια, η δική του στάση. Η γενναία του πράξη, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, να κατεβάσει τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη, έμεινε στην Ιστορία. «Εκείνο τον πρώτο καιρό της Κατοχής, μαζευόμασταν στο Σύνταγμα και το Ζάππειο και συζητούσαμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε», θυμάται. «Ο Μανώλης, σε μια στιγμή, μου κάνει νόημα να κοιτάξω ψηλά. Μου έδειχνε τη σημαία. “Ναι, αυτό πρέπει να κάνουμε”, είπα αμέσως. Ο πατέρας μου είχε πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους, είχε παρελάσει και στη Θεσσαλονίκη. Μου έλεγε πάντα πόσο μεγάλη σημασία έχει η σημαία
στον Στρατό. Αν ο σημαιοφόρος έπεφτε στη μάχη, ο επόμενος έπρεπε να τη σηκώσει αμέσως. Για τους Γερμανούς η πράξη μας ήταν χτύπημα κατάστηθα, γιατί στα μάτια του Χίτλερ η κατάκτηση της Ακρόπολης είχε μεγάλο συμβολισμό και ισοδυναμούσε κάπως με την κατάκτηση όλου του κόσμου».

Όταν οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν την απουσία της σημαίας, σκύλιασαν, λέει ο Σάντας. «Μέχρι τις δωδεκάμισι, μία- οπότε έβγαλαν την πρώτη ανακοίνωση- δεν είχαν αντικαταστήσει τη σημαία. Κυκλοφορούσαν μάλιστα διάφορες φήμες, αφού όλη η Αθήνα είχε δει ότι δεν υπήρχε σημαία πια. Η ενέργειά μας είχε και την έννοια τού να δώσει το μήνυμα ότι ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, παρόλο που μία μέρα πριν είχε πέσει η Κρήτη».

Ο Λάκης Σάντας περιγράφει αναλυτικά τα γεγονότα αυτά, και τον τρόπο με τον οποίο κατέβασαν με τον Μανώλη Γλέζο τη σημαία, σε ένα βιβλίο- πανόδετη έκδοση- που κυκλοφόρησε σήμερα από τις Εκδόσεις Βιβλιόραμα. Είναι η πρώτη φορά που ο 88χρονος Απόστολος Σάντας, εμβληματικό πρόσωπο της Αντίστασης που δεν θέλησε μετά την απελευθέρωση να ασχοληθεί πιο ενεργά με την πολιτική ή να αναλάβει δημόσιους ρόλους, εξιστορεί γραπτά τα γεγονότα της εποχής. Γιατί άργησε τόσο; «Μας εξευτέλισαν, γι΄ αυτό δεν γράφαμε», απαντά. «Όχι οι εχθροί. Αυτό θα ήταν και τιμή. Αλλά οι δωσίλογοι, οι προδότες. Εξευτέλισαν παιδιά που αψηφούσαν το θάνατο, ανθρώπους σπουδαίους. Το αποτέλεσμα ήταν να σιχαθεί ο κόσμος. Τι να τους πεις; Δεν ήθελες ούτε να τους βλέπεις. Με τη Μεταπολίτευση δεν μας πείραζαν πια αλλά είχαμε τόσο σιχαθεί από όσα είχαμε περάσει που δεν είχαμε κέφι για αφηγήσεις. Έπειτα οι άλλοι είχαν γράψει τόσα πολλά... Και η κουτσή Μαρία έγραφε ό,τι ήθελε».


 

Εντέλει το αποφάσισε. Και το έκανε με τη βοήθεια των παιδιών του και δύο φίλων του, της Ρίτας Βλησμά-Τσαντίλη και του Γιώργου Μαστροδήμου, που τον συνέδραμαν στη διαχείριση του τεράστιου αρχειακού υλικού του. Αλλά και με την ενθάρρυνση των παιδιών που έβλεπε στα σχολεία. Έγραψε με συναρπαστικό τρόπο και συνταρακτικές λεπτομέρειες όχι μόνο για το πώς πήραν με τον Μανώλη Γλέζο τη σημαία, αλλά και για τις περιπέτειές του στην Αντίσταση, ως καπετάνιου του ΕΛΑΣ, ακόμη και για τις οδομαχίες στα Δεκεμβριανά στις οποίες συμμετείχε ενεργά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου